ἑτερορρεπής

ἑτερο-ρρεπής, ές, [voice] Act.,
A making now one side and now another preponderate,

Ζεύς A. Supp.403

(lyr.).
II inclining to one side or the other, of patients in the crisis of a disease, Hp.Acut.(Sp.) 21.
2 one-sided, ἑ. ζήτημα where the weight of evidence preponderates, Hermog.Stat. 1.
III Adv. -πῶς v.l. in Poll.8.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερορρεπής — making now one side and now another preponderate masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερορρεπής — ές (ΑΜ ἑτερορρεπής, ές) αυτός που ρέπει, κλίνει προς το ένα μέρος, ο ετεροκλινής αρχ. 1. αυτός που κλίνει εξίσου προς το ένα ή το άλλο μέρος, ο αμερόληπτος, ο δίκαιος («Ζεὺς ἑτερορρεπής, νέμων εἰκότως ἄδικα μὲν κακοῑς ὅσια δ ἐννόμοις», Αισχύλ.) 2 …   Dictionary of Greek

  • ἑτερορρεπῆ — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτερορρεπής making now one side and now …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπές — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem voc sg ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεποῦς — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπέας — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπέσι — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπῶς — ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπεῖ — ἑτερορρεπέω lean on one side pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἑτερορρεπέω lean on one side pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερορρεπεῖς — ἑτερορρεπέω lean on one side pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem acc pl ἑτερορρεπής making now one side and now another preponderate masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιρρεπής — ές (Μ ἀμφιρρεπής) 1. αυτός που ρέπει, που κλίνει και προς τα δύο μέρη, ο αμφίρροπος 2. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό) τὸ ἀμφιρρεπές αμφίβολο, διφορούμενο 3. (το επίρρημα στη φράση) «ἀμφιρρεπῶς ἔχω» είμαι αμφίρροπος, αμφίβολος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.